ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. Ι
Εκδότης Μετρονόμος , ISBN 9786185748654
Ἡ μέρα πέθανε πάνω στίς ραχητικές βρόμικες στέγες.
Πίσω ἀπ' τά τζάμια, θολά στριμωγμένα πρόσωπα κοιτάζουνε
τόν κόσμο νά βουλιάζει.
Ὕστερα εἴδαμε πώς δέν ἦταν πρόσωπα
μά οἱ σιωπηλές χειρονομίες τοῦ ἡλιοβασιλέματος
πού σχεδιάζανε πάνω στά τζάμια τῆς πολιτείας
λίγη ζωή. Κ' ὕστερα
τίποτα.
Τά τελευταῖα κάρα χάθηκαν στό βάθος τοῦ δρόμου
κουβαλώντας πέτρα κι ἀσβέστη. Μά ὅλες τώρα οἱ πέτρες τῆς γῆς
δέ θά μποροῦσαν ν' ἀναστήσουν πιά αὐτήν τήν πόλη
πού κάθε βράδυ γκρεμίζεται μές στίς παλιές μεγάλες
ἀναμνήσεις της.
Μιά γριά σήκωσε τ' ἀδράχτι της κι ἔδειξε μακριά τήν πυρκαγιά
ὁ καπνός ἀνέβαινε φιμώνοντας τ' οὐρανοῦ τό στόμα
κάποιος σέ μιά πλατεία φώναζε: ἀργήσαμε, ἀργήσαμε
μά δέν ἀκουγόταν καλά, γιατί φυσοῦσε.
Ἕνα σκυλί ὁλομόναχο στόν βραδιασμένο κάμπο. Βρέχει.
Ἀκούστηκε μακριά κι ὁ ἑσπερινός
σάν ἕνας θεός πού τόν ξέχασαν κι ἀπό τό βάθος τοῦ χρόνου
καλοῦσε βοήθεια.
Κ' οἱ ὀργανοπαῖχτες στίς γωνιές τῶν καπηλειῶν
μέ τίς φτωχές ὠχρές κιθάρες σταυρωμένες πάνω στά λιγνά τους
χέρια
παρηγορούσανε τή θλίψη καί τήν καταφρόνια καί τή λησμονιά.
Κανένας. Ἐρημιά. Μονάχα στούς τοίχους τῶν ἐρημωμένων δρόμων
τά σημάδια ἀπ' τίς παλιές μας σφαῖρες κοιτάζουνε τήν πόλη
σκοτεινά
σάν τά πικρά τρομαγμένα μάτια ἑνός ἀδερφοῦ πού τόν προδώσαμε
στά ὅπλα… στά ὅπλα…
Κοιμήσου, δέν εἶναι τίποτα. Μονάχα ἐκεῖνος ὁ τρελός λοχίας ἀπ'
τόν πόλεμο
πού κάθε νύχτα κλαίει καί φωνάζει ἀπ' τό γειτονικό νοσοκομεῖο.
Τίποτα, κοιμήσου.
Ἐμεῖς τελειώσαμε. Δέν ἔχει δάκρυα πιά. Κλαῖνε ὅσοι στό βάθος
ἀκόμα ἐλπίζουν.
Περίληψη
Ἡ μέρα πέθανε πάνω στίς ραχητικές βρόμικες στέγες.
Πίσω ἀπ' τά τζάμια, θολά στριμωγμένα πρόσωπα κοιτάζουνε
τόν κόσμο νά βουλιάζει.
Ὕστερα εἴδαμε πώς δέν ἦταν πρόσωπα
μά οἱ σιωπηλές χειρονομίες τοῦ ἡλιοβασιλέματος
πού σχεδιάζανε πάνω στά τζάμια τῆς πολιτείας
λίγη ζωή. Κ' ὕστερα
τίποτα.
Τά τελευταῖα κάρα χάθηκαν στό βάθος τοῦ δρόμου
κουβαλώντας πέτρα κι ἀσβέστη. Μά ὅλες τώρα οἱ πέτρες τῆς γῆς
δέ θά μποροῦσαν ν' ἀναστήσουν πιά αὐτήν τήν πόλη
πού κάθε βράδυ γκρεμίζεται μές στίς παλιές μεγάλες
ἀναμνήσεις της.
Μιά γριά σήκωσε τ' ἀδράχτι της κι ἔδειξε μακριά τήν πυρκαγιά
ὁ καπνός ἀνέβαινε φιμώνοντας τ' οὐρανοῦ τό στόμα
κάποιος σέ μιά πλατεία φώναζε: ἀργήσαμε, ἀργήσαμε
μά δέν ἀκουγόταν καλά, γιατί φυσοῦσε.
Ἕνα σκυλί ὁλομόναχο στόν βραδιασμένο κάμπο. Βρέχει.
Ἀκούστηκε μακριά κι ὁ ἑσπερινός
σάν ἕνας θεός πού τόν ξέχασαν κι ἀπό τό βάθος τοῦ χρόνου
καλοῦσε βοήθεια.
Κ' οἱ ὀργανοπαῖχτες στίς γωνιές τῶν καπηλειῶν
μέ τίς φτωχές ὠχρές κιθάρες σταυρωμένες πάνω στά λιγνά τους
χέρια
παρηγορούσανε τή θλίψη καί τήν καταφρόνια καί τή λησμονιά.
Κανένας. Ἐρημιά. Μονάχα στούς τοίχους τῶν ἐρημωμένων δρόμων
τά σημάδια ἀπ' τίς παλιές μας σφαῖρες κοιτάζουνε τήν πόλη
σκοτεινά
σάν τά πικρά τρομαγμένα μάτια ἑνός ἀδερφοῦ πού τόν προδώσαμε
στά ὅπλα… στά ὅπλα…
Κοιμήσου, δέν εἶναι τίποτα. Μονάχα ἐκεῖνος ὁ τρελός λοχίας ἀπ'
τόν πόλεμο
πού κάθε νύχτα κλαίει καί φωνάζει ἀπ' τό γειτονικό νοσοκομεῖο.
Τίποτα, κοιμήσου.
Ἐμεῖς τελειώσαμε. Δέν ἔχει δάκρυα πιά. Κλαῖνε ὅσοι στό βάθος
ἀκόμα ἐλπίζουν.
Πληροφορίες προϊόντος
- Συγγραφέας Λειβαδίτης, Τάσος
- Eκδότης Μετρονόμος
- ISBN 9786185748654
- Κωδικός Ευριπίδη 010100081235
- Έτος κυκλοφορίας 2025
- Σελίδες 64
- Διαστάσεις 17χ24
- Βάρος 0 gr
